Το δικαίωμα στην μνήμη ιστορικών γεγονότων για τους λαούς και ακόμα περισσότερο στις περιπτώσεις της αναγνώρισης Γενοκτονίας δεν αποτελεί μία τυπική πολιτική διαδικασία, συνιστά αντίθετα μία διαδικασία προσέγγισης των λαών που γίνεται όλο και περισσότερο αναγκαία σήμερα που οι παγκόσμιες συνθήκες απαιτούν σημαντικούς συμβιβασμούς και αλλαγές των αρχέγονων προτύπων στην διαχείριση συγκρούσεων και διαφορών οικονομικών, εθνικών και άλλων συμφερόντων.
Η επίλυση των σημερινών προβλημάτων δεν μπορεί να γίνεται πλεον με τις ηγεμονικές συμπεριφορές Εθνών η ομίλων στρατηγικών συμφερόντων. Αρκετά υπέφερε η παγκόσμια κοινότητα για χιλιετίες και ποιο πρόσφατα με δύο παγκόσμιους πολέμους και τα εκατομύρια θύματα. Η μέχρι σήμερα άρνηση της Τουρκίας να αναγνωρίση την Γενοκτονία των Ποντίων, Ελλήνων, Αρμενίων Ασσυρίων και άλλων Χριστιανικών πληθισμών της Μικράς Ασίας υποκρύπτει ηγεμονικούς στόχους για την περιοχή.
Χαιρετίζω λοιπόν την αναγνώριση, από το κοινοβούλιο της Σουηδίας της Γενοκτονίας των Ποντίων και άλλων Χριστιανικών πληθισμών και ιδιαίτερα με συγκίνησε η ομιλία της Κουρδικής καταγωγής Βουλευτού της Σουηδίας Gulan Avci.

Ιδιαίτερα με συγκίνησε η αναφορά στο γεγονός ότι αναγνώρισε την συμμετοχή του Κουρδικού στοιχείου στη γενοκτονία των Ελλήνων. Οι σημερινοί Κούρδοι η Τούρκοι δεν ευθύνονται για τις πράξεις των προπατόρων τους, ευθύνονται μόνο για τις σημερινές πράξεις τους και η μη αναγνώριση Ιστορικών γεγονότων, πράξη που δεν βοηθά στην προσέγγιση των λαών.
Ιδιαίτερα για τον καθαρώς Ελληνικό πληθυσμό συντηρείται η άποψη ότι η γενοκτονία αποτελεί ένα αποδεκτό γεγονός μέσα στα πλαίσια των διεθνών ανακατατάξεων που προέκυψαν κατά την διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Αυτό δεν είναι αληθές διότι οι διωγμοί, το κάψιμο, οι σφαγές του άμαχου πληθυσμού και το ξερίζωμα από τα χωριά και τις πόλεις (Σηκώθηκαν, όπως συνήθιζαν να το λένε) δεν αποτελούν αποδεκτές ενέργειες ακόμα και στα πλαίσια πολεμικών συρράξεων.
Καταθέτω λοιπόν την δική μου οικογενειακή εμπειρία από την πυρπόληση της Περάμου στην Χερσόνησο της Κυζίκου που έγινε από τους Τούρκους ταυτόχρονα με τους διωγμούς των Ποντίων και Αρμενίων το 1915. Από τους 5.000 Έλληνες κατοίκους της Περάμου που εκδιώχθηκαν μόνο 1900 επέστρεψαν από τις εξορίες και τον θάνατο, για να ξαναχτίσουν το χωριό τους . Οι Περαμιώτες για δεύτερη φορά φυγαδεύτηκαν τον Αύγουστο του 1922.
Η Ιστορία της Περάμου δεν είναι τόσο γνωστή όσο το κάψιμο της Σμύρνης, αποτελεί όμως παράδειγμα της τακτικής που εφάρμοσε ο Κεμάλ και οι Νεότουρκοι για να εξολοθρεύσουν το Ελληνικό στοιχείο που αποτελούσε μαζί με τους Αρμένιος σημαντικό μέρος της αστικής τάξης της Μικράς Ασίας κατά την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Απόσπασμα από αφήγειση:
Ο Περαμιώτης Γιάννης Μήχας διηγείται στο Βιβλίο του Γ. Σγουρίδη, ‘ΠΕΡΑΜΟΣ’, περιγράφοντας τις δραματικές τελευταίες στιγμές της αναχώρησης:
‘Αλλά Θεέ μου , δώσε μου δύναμη να συνεχίσω την ιστορία μου γιαυτό που είδα τελευταία ….
Όταν δέθηκαν πια τα καΐκια και η βάρκα, και το βαπόρι άρχισε να ξεκινά τότε όλα τα ζώα που είχαν μείνει στην ακρογιαλιά, νοιώθοντας ότι εγκαταλείπονται οριστικά, αρχίσανε ένα άγριο βέλασμα και ρίχνονται στην θάλασσα, πλέοντας προς το βαπόρι.
Με τις άναρθρες φωνές τους μας εκλιπαρούσαν να τα πάρουμε. Το άγριο μουγκρητό μας ανατρίχιαζε όλους. Η καρδιά μας δεν αντέχει άλλο, Πάει να σπάσει.
Με αναφιλητά αποχαιρετούμε για τελευταία φορά το αγαπημένο μας χωριό και το βαπόρι μακραίνει και πάει….Όταν πια στρίβαμε από την Καψάλα χάθηκε ολότελα από τα μάτια μας και το χωριό και τα βουνά και η θάλασσά του…
Η Πέραμος «Τετέλεστε».

Περιγραφή της ιστορίας της Περάμου μπορείτε να βρείτε στο προσωπικό site:

www.nick-kouzos.info